ταλαντεύω

ταλαντεύω
μετ. колебать, качать;

ταλαντεύομαι

1) — колебаться, качаться;

2) перен. колебаться, проявлять нерешительность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ταλαντεύω" в других словарях:

  • ταλαντεύω — balance pres subj act 1st sg ταλαντεύω balance pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντεύω — ΝΜΑ, και τανταλεύω Μ 1. κάνω κάτι να κινείται εναλλάξ προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις, κουνώ εδώ κι εκεί 2. μέσ. ταλαντεύομαι κουνιέμαι όπως η πλάστιγγα γέρνοντας πότε εδώ και πότε εκεί ή πότε επάνω και πότε κάτω νεοελλ. μέσ. μτφ. έχω αμφίρροπη… …   Dictionary of Greek

  • ταλαντεύω — εύτηκα 1. μτβ., κουνώ ρυθμικά. 2. ταλαντεύομαι. 3. αμτβ., λικνίζομαι, κουνιέμαι πότε εδώ πότε εκεί ρυθμικά. 4. δεν έχω σταθερότητα, διστάζω, αμφιρρέπω: Ταλαντεύεται μεταξύ του ναι και του όχι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ταλαντεύσει — ταλαντεύω balance aor subj act 3rd sg (epic) ταλαντεύω balance fut ind mid 2nd sg ταλαντεύω balance fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντεύσω — ταλαντεύω balance aor subj act 1st sg ταλαντεύω balance fut ind act 1st sg ταλαντεύω balance aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντεύῃ — ταλαντεύω balance pres subj mp 2nd sg ταλαντεύω balance pres ind mp 2nd sg ταλαντεύω balance pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντευομένων — ταλαντεύω balance pres part mp fem gen pl ταλαντεύω balance pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντευόμεθα — ταλαντεύω balance pres ind mp 1st pl ταλαντεύω balance imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντευόμενον — ταλαντεύω balance pres part mp masc acc sg ταλαντεύω balance pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντευόντων — ταλαντεύω balance pres part act masc/neut gen pl ταλαντεύω balance pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλαντεῦον — ταλαντεύω balance pres part act masc voc sg ταλαντεύω balance pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»